Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010
Έκθεση μαθητού του Γενικού Λυκείου Κισσάμου με θέμα: Οι νέοι σήμερα.

Οι νέοι είναι το μέλλον του κράτους, γιατί από ετούτου σας περιμένουνε οι μεγαλύτεροι κάτι τις. Να δούνε μια καλυτεράδα. Να ρθούνε να τσι αντικαταστήσουνε.
Μα μπά!!!. Οι σημερινοί νέοι δεν είναι σα κι αυτούς. Αλλάξανε ντίπι.
Εδά τσι θωρείς με κάτι πλουμιστά παντελονάκια κι ένα μπαρμπέρισμα απού το κάνουνε επαέ μόνο στι προβατίνες. Και φορούνε και κάτι σακάκια δίχως μανίκες, για πλάκα λέει, και δε πάνε να βάλουνε κιανένα ρούχο να μη κρυώνουνε μονό φορούνε ετούτι σας τσι λογάρες.
Κι ούλα ετούτανά για να εντυπωσιάσουνε τσι κοπελιές. Κι αυτές πάλι μόλις δούνε κιανένα τέτοιο, απούνε ο κόσμος γεμάτος σήμερα, γλακούνε σα τσι κουζουλοπροβατίνες στο κριγιό, και κιανείς δε τσι κουλαντρίζει μέχρι το στεφάνι.
Από κειά και πέρα που θωρούνε το ζόρε, γλακούνε στη μάναντος και στου πατέραντος και πλερώνουνε οι γέροι τη νύφη. Να πείς εδά πως έχουνε και κιανένα τρόπο διασκέδασης βολικό, δεν έχουνε, γιατί όλα είναι κουζουλάγρες.
Αλλά είναι καλά για κειουνουσάς από τα βουτούνε. Γιατί δουλέβγουνε τα βούγια όλη μέρα στο μεροκάματο και το βράδυ πάνε και πίνουνε ένα νερομπογιά και τα ακουμπούνε.
Και νάτανε μόνο ετούτονα δεν επείραζε. Πάνε και αγοράζουνε μηχανάκια και πέζουνε κάθε μέρα κριγιαρίδια και ασβολόνουνται και σκοτόνουνται. Και ούλα ετούτανα είναι λέει τρόπος διασκέδασης για να κλουθούνε οι κουζουλοπροβατίνες χωρίς πολλές κουβέντες μέχρι το στεφάνι.
Και να κάμει κιανείς πως δε ντος αγοράζει εκειανά που θέλει, λέει πως θα αυτοκτονίσει.
Καινούργια μόδα για να βουτούνε τα λεφτά του γέρου. Λέει πως θα φύγει από το σπίτι. Και πάει καλός και φρόνιμος ο πατέρας και του κάνει το χατίρι, και Δε βουτά κιανένα στελιάρι να του κάμει τσι κώλους μαύρους να δεί πως αυτοκτονούνε και φεύγουνε και από το σπίτι. Ορίστε μας δουλειές!!!.
Και να πείς πως είχαμε ετούτε σάς τσι συνήθειες επαέ, δεν τσιχαμε. Είναι ξενόφερτες συνήθειες. Ένα καλοκαίρι το λοιπόν ήρθανε κάτι ξαδέρφια μου από την Αθήνα κι επήρανε και μένα να πάμε λέει σε μια ντίσκο. Εγώ δεν έκανα κέφι μα ήντα να κάμω.
Ξεκινούμε και όντε φτάνουμε κειά, πορίζω από το αυτοκίνητο κι εγρίκουνα χτύπους και λέω: μα ήντα διάολος είναι;.
Μπαίνουμε μέσα και ήντα να δώ. Θωρώ αθρώπους και κουνιούντανε σαν οντε κάτσει κιανείς σε κιανά γάιδαρο και παίζει πήδους. Θωρώ φώτα που γυρίζανε γύρου γύρου και αναβοσβήνανε και εγρύκουνα κάτι χτύπους που εκουζουλάθηκα.
Λέω: ήντα διάολο γυρεύγω επαέ. Φράζω τα αυτιά μου, μα πάλι εγρύκουνα.
Εκειά μέσα ήτονε σαν το ποροκούρτι. Δεν είχανε από που να βγούνε. Δεν είχανε καθίσματα. Ολοι εστέκανε και χορεύγανε λέει, λές και τος είχες βαρμένο νέφτι.
Μια στιγμή λέω και εγώ να δοκιμάσω το πιοτό όπως ούλοι. Βάνω λίγο στο στόμα μου και επεταχτήκανε τα μάθια μου όξο. Και θέτω ένα πήδο και πεθιούμε όξο και πήγα στο σπίτι και εξερνούσα δυό μέρες.
Ούλα τουτά χαλούνε την κοινωνία και πάει κατά διαόλου. Ούλα ξεκινούνε από τσι νέους. Ετούτοινά είναι που θα καταλάβουνε το κράτος αύριο; Μμμμμ!!!!;. Να το σώσουνε θέλει!!!!!;
Ούλα θα τα φάνε στι ντίσκο και στα άλλα κέντρα. Και γω προβλέπω κι ας βγώ ψεύτης πως Δε θα πομείνει κεραμίδι πάνω στ άλλο. Ούλα θα βουλιάξουνε.

Αναδημοσίευση από email

Translate

Αναζήτηση αρχείου

Στατιστικά

Locations of visitors to this page

hit counter

Αναγνώστες

Προσθέστε μας

Share/Save/Bookmark

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Loading...