Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

imageΔυο μάτια κοιτούσαν το τραπέζι που απλωνόταν μπροστά τους. Είχαν γίνει σχεδόν κόκκινα. Η μάνα έκοψε το ζεστό ψωμί και ο πατέρας έφερε μερικά καυτά λουκάνικα από το τζάκι που έκαιγε όλη νύχτα. Τα ξύλα πυρωμένα, συνέχιζαν να σκάνε ελαφρά και να γεμίζουν μικρούς θορύβους το δωμάτιο.

Έξω το χιόνι έπεφτε βαρύ και ελάχιστοι τρελοί κυκλοφορούσαν για να φέρουν ξύλα για τα δικά τους τζάκια ή τις σόμπες. Ήταν αυτοί που δεν είχαν προνοήσει ότι θα έπρεπε να ζεστάνουν πρώτα το σπιτικό τους και όχι το μέσα τους, πίνοντας ατέλειωτες ποσότητες με τσίπουρο τα βράδια. Ο πατέρας στάθηκε για λίγο μπροστά στο θαμπό παράθυρο και τους κοίταξε. ‘Ύστερα κούνησε ελαφρά το κεφάλι και κάτι σιγομουρμούρισε. Έβλεπε τα μικρά παιδάκια ξεπαγιασμένα να τους περιμένουν μπροστά στην πόρτα μέχρι να φέρουν τα ξύλα για να ζεσταθούν. Μάταια όμως. Τα νοτισμένα από το χιόνι και την υγρασία ξύλα δεν άναβαν με τίποτα αλλά ακόμα και αν άναβαν δεν θα μπορούσαν να καούν τραβώντας αέρα από τη βουλωμένη καμινάδα, που δεν είχαν φροντίσει να καθαρίσουν ‘οι γονείς’. Την περασμένη χρονιά ένα παιδάκι είχε χάσει την ζωή του από τις αναθυμιάσεις.

«Μπαμπά, γιατί αυτά τα παιδάκια κρυώνουν και ο πατέρας τους τα μαλώνει;» είπε το μικρό κοριτσάκι που, σαν χριστουγεννιάτικο καλικαντζαράκι, είχε βρεθεί ξαφνικά δίπλα στο πατέρα του, αγκαλιάζοντας το πόδι του.

«Αυτά τα παιδάκια δεν έχουν πατέρα που να τα φροντίζει…» απάντησε στο μικρό γλυκό μουτράκι που τον κοίταγε γεμάτο απορία.

«Μα αυτά έχουν μπαμπά!» ανταπάντησε.

«Έχουν αλλά δεν τα φροντίζει… μικρή μου καρδούλα!» της είπε και την πήρε στην αγκαλιά του, κοιτάζοντας μαζί της έξω από το παράθυρο.

«Αφού δεν έχουν πατερούλη, τότε να τα φέρουμε εδώ μαζί μας να ζεσταθούν και να φάνε!»

«Μικρό μου αγγελούδι δεν θα τα αφήσουν…»

«Γιατί μπαμπάκα;»

Αυτό το γιατί ήταν η δυσκολότερη ερώτηση της ζωής του. Προτιμούσε να τον ρωτήσει κάποιος ενήλικας αν υπάρχει θεός ή όχι, ποιο είναι το νόημα της ζωής και πολλές άλλες βαθυστόχαστες ερωτήσεις, παρά αυτό το ‘γιατί’ του μωρού του, που τον κοίταζε με περισσή αθωότητα στα μάτια.

«Μερικά ερωτήματα δεν έχουν απάντηση μωρό μου. Κανείς δεν ξέρει γιατί ο εγωισμός του ενήλικα είναι μεγαλύτερος από τις ανάγκες των παιδιών. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει γιατί δεν δρουν όλοι το ίδιο. Γιατί… έτσι είναι η φύση του ανθρώπου…»

«Τότε η φύση είναι πολύ κακιά μπαμπά και αν την δω θα της το πω!» είπε το κοριτσάκι του τσατισμένο και έτρεξε στην πόρτα.

Την άνοιξε και με μικρά βηματάκια στο χιόνι έτρεξε προς το σπίτι του γείτονα. Αυτός την είδε να πλησιάζει και μπήκε γρήγορα μέσα αφήνοντας την στο κρύο. Τα χτυπηματάκια της στην πόρτα του και οι φωνές της δεν έδειξαν να τον συγκινούν. Αυτό απογοητευμένο, γύρισε στον πατέρα του που είχε τρέξει ξοπίσω της, πιάνοντας τον από το χέρι. Η παλάμη της χάθηκε μέσα στα τεράστια πολυδουλεμένα του δάχτυλα. Δεν κοίταγε το σπίτι της, παρά μονάχα τα πόδια της, που τώρα τα έσερνε απογοητευμένη από την απόρριψη του γείτονα τους.

«Εύχομαι να φύγει για πάντα και να αφήσει τα παιδάκια του ήσυχα!» ευχήθηκε.

«Μην λες τέτοια κουκλίτσα μου. Δεν είναι σωστό…» της είπε με παράπονο ο πατέρας της.

Η πόρτα έκλεισε πίσω τους και η ζωή τους συνέχισε αλλά όχι τόσο γιορτινά όσο θα ήθελαν. Το περιστατικό τους είχε αναστατώσει όλους.

Την άλλη μέρα κόσμος μαζεύτηκε έξω από το σπίτι του γείτονα. Έμαθαν ότι είχε πέσει από τη σκάλα, βαριά πιωμένος και φαγωμένος.

Η μικρούλα πήγε κοντά, όπως και οι γονείς της. Κοίταγε με τα μάτια γουρλωμένα μέσα από τα πόδια του πλήθους. Είδε τα παιδάκια του να κλαίνε και τα πλησίασε «γιατί κλαίτε; Αφού ο μπαμπάς σας δεν σας αγαπούσε!»

Αυτά συνέχιζαν το γοερό κλάμα με αναφιλητά. Η μάνα τους, αν και πιο σκληρή, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της.

«Ποιος θα μας φροντίζει τώρα; Ποιος;» έλεγε συνέχεια.

Η μικρή κοίταξε τον πατέρα της και αναφώνησε «πάμε να φύγουμε. Αυτά θέλανε τον πατερούλη τους που δεν ήταν καλός. Μόνο αν είχαν εσένα θα έβλεπαν τη διαφορά. Μου φαίνεται ότι όλα τα παιδάκια είναι χαζά!» και τον τράβηξε από το χέρι προς το σπίτι.

«Κανένα παιδάκι δεν είναι χαζό μωρό μου. Απλά τα παιδάκια τα βλέπουν όλα καλά γιατί διατηρούν ακόμα την αθωότητα τους. Θα το καταλάβεις όταν θα μεγαλώσεις…»

«Ε, τότε δεν θέλω να μεγαλώσω ποτέ! Ποτέ!»

 

Βασίλης Δημητριάδης

2 σχόλια:

Κερκυραϊκή Αλεπού είπε...

Πολύ καλό Βασίλη,
Χρόνια Πολλά!

ΑΚΙΔΑ είπε...

Χρόνια πολλά!

Translate

Αναζήτηση αρχείου

Στατιστικά

Locations of visitors to this page

hit counter

Αναγνώστες

Προσθέστε μας

Share/Save/Bookmark

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Loading...